Τις τελευταίες ημέρες, ο λαγοκέφαλος πρωταγωνιστεί σε δεκάδες δημοσιεύματα και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Διαβάζοντας όμως την ανακοίνωση του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), διαπιστώνουμε ότι η πραγματικότητα είναι λίγο πιο σύνθετη από τους τίτλους.
Ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus), ψάρι γνωστό ανά τον κόσμο ως fugu, globefish ή blowfish, δεν είναι ένα νέο είδος στις ελληνικές θάλασσες. Πρόκειται για έναν λεσσεψιανό μετανάστη που πέρασε από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και καταγράφηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2005. Σήμερα βρίσκεται σχεδόν σε όλες τις ελληνικές θάλασσες και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χωροκατακτητικά είδη της Μεσογείου.
Οι επιπτώσεις του είναι πραγματικές. Ανταγωνίζεται τα ντόπια είδη για τροφή, προκαλεί προβλήματα στα θαλάσσια οικοσυστήματα και δημιουργεί σημαντικές οικονομικές απώλειες στους παράκτιους αλιείς, καταστρέφοντας δίχτυα και καταναλώνοντας εμπορικά αλιεύματα.
Εκεί όμως που δημιουργείται η μεγαλύτερη ανησυχία είναι η τοξικότητά του.
Οι ιστοί του περιέχουν τετροδοτοξίνη (Tetrodotoxin – TTX), μία από τις ισχυρότερες φυσικές νευροτοξίνες που γνωρίζουμε. Η ουσία αυτή δεν καταστρέφεται με το μαγείρεμα ή οποιαδήποτε άλλη επεξεργασία των τροφίμων και δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Δρα μπλοκάροντας τους διαύλους νατρίου στα νευρικά κύτταρα, εμποδίζοντας τη φυσιολογική μετάδοση των νευρικών ερεθισμάτων.
Η δηλητηρίαση σχετίζεται κυρίως με περιοχές όπου ο λαγοκέφαλος καταναλώνεται ως μέρος της τοπικής κουζίνας, όπως στην Ιαπωνία, όπου θεωρείται ιδιαίτερη γαστρονομική λιχουδιά. Ωστόσο, μεμονωμένα περιστατικά έχουν καταγραφεί και εκτός Ασίας.
Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως γρήγορα μετά την κατανάλωση και περιλαμβάνουν μούδιασμα στα χείλη και στο στόμα, ζάλη, αδυναμία και ναυτία. Σε μεγαλύτερες δόσεις μπορεί να προκαλέσει παράλυση των αναπνευστικών μυών και σοβαρή υπόταση, γεγονός που καθιστά τη δηλητηρίαση δυνητικά θανατηφόρα.
Η αντιμετώπιση της δηλητηρίασης από τετροδοτοξίνη βασίζεται κυρίως στην υποστηρικτική θεραπεία, καθώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Εφόσον ο ασθενής προσέλθει μέσα στην πρώτη ώρα από την κατανάλωση του ψαριού, αρκετοί ειδικοί συνιστούν την απομάκρυνση της τοξίνης από το γαστρεντερικό σύστημα με πλύση στομάχου και χορήγηση ενεργού άνθρακα. Αν και δεν υπάρχουν ισχυρά επιστημονικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι οι παρεμβάσεις αυτές βελτιώνουν την έκβαση, προτείνονται λόγω της σοβαρότητας της δηλητηρίασης και της πιθανότητας ταχείας επιδείνωσης του ασθενούς.
Παράλληλα, δημοσιευμένες αναφορές περιστατικών υποδεικνύουν ότι οι αναστολείς της ακετυλοχολινεστεράσης, όπως το edrophonium και η νεοστιγμίνη (neostigmine), ενδέχεται να αναστρέφουν μερικώς την παράλυση σε ορισμένους ασθενείς, χωρίς όμως το αποτέλεσμα αυτό να παρατηρείται σταθερά σε όλες τις περιπτώσεις.
Και όμως, εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Παρότι η τοξίνη του είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, στην Ελλάδα μέχρι σήμερα δεν έχουν καταγραφεί θάνατοι από κατανάλωση λαγοκέφαλου, ενώ τα επιβεβαιωμένα περιστατικά τραυματισμών από επιθέσεις είναι εξαιρετικά λίγα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λαγοκέφαλος είναι ακίνδυνος. Σημαίνει όμως ότι άλλο είναι ο πραγματικός κίνδυνος και άλλο η αντίληψη του κινδύνου.
Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο μήνυμα να είναι αυτό που τονίζει και το ίδιο το ΕΛΚΕΘΕ: ψυχραιμία. Δεν καταναλώνουμε ποτέ λαγοκέφαλο, δεν τον χειριζόμαστε χωρίς προστασία και, όπως συμβαίνει με κάθε άγριο ζώο, δεν τον πλησιάζουμε ή τον προκαλούμε.
Η γνώση, είναι πολύ καλύτερος σύμβουλος από τον φόβο.

