Με αφορμή πρόσφατη ανάκληση σχετικής μελέτης,
Τα τελευταία χρόνια έχει προκύψει αυξημένο ενδιαφέρον σχετικά με τη χορήγηση λευκοβορίνης σε παιδιά που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού, κυρίως εξαιτίας μελετών που ανέδειξαν συσχέτιση μεταξύ διαταραχών αυτιστικού φάσματος και εγκεφαλικής ανεπάρκειας φυλλικού οξέος. Θα πρέπει όμως εξαρχής να επισημανθεί ότι η διαπίστωση συσχέτισης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και αιτιολογική σχέση. Με απλούστερα λόγια, το γεγονός ότι δύο καταστάσεις συνυπάρχουν δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η μία προκαλεί την άλλη ούτε ότι η θεραπευτική παρέμβαση στη μία οδηγεί υποχρεωτικά σε βελτίωση της άλλης.
Πράγματι, μικρός αριθμός τυχαιοποιημένων μελετών έχει κατά καιρούς αναφέρει βραχυπρόθεσμη βελτίωση σε τομείς όπως η λεκτική επικοινωνία και ορισμένες προσαρμοστικές συμπεριφορές σε παιδιά που έλαβαν λευκοβορίνη συγκριτικά με εικονικό φάρμακο. Επιτρέψτε μου όμως να επισημάνω ότι οι ίδιες αυτές μελέτες χαρακτηρίζονται από σημαντικού βαθμού μεθοδολογικούς περιορισμούς και αυξημένο κίνδυνο συστηματικού σφάλματος, γεγονός που περιορίζει ουσιαστικά την αξιοπιστία των συμπερασμάτων τους.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκάλεσε μάλιστα το γεγονός ότι η μεγαλύτερη από τις παραπάνω μελέτες αποσύρθηκε τελικά από το επιστημονικό περιοδικό στο οποίο είχε δημοσιευθεί, εξαιτίας ασυμφωνιών στα αναφερόμενα αποτελέσματα αλλά και σοβαρών επιφυλάξεων σχετικά με τη στατιστική μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε. Παράλληλα, δεύτερη σχετική μελέτη τέθηκε αρχικά σε αναστολή από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των Ηνωμένων Πολιτειών (FDA) και στη συνέχεια διακόπηκε οριστικά λόγω ανησυχιών που αφορούσαν τη διαχείριση της ίδιας της μελέτης καθώς και την αδυναμία επιβεβαίωσης των ευρημάτων της.
Καταλήγουμε επομένως στο ότι, με τα έως σήμερα διαθέσιμα δεδομένα, η πιθανή αποτελεσματικότητα της λευκοβορίνης σε παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος παραμένει αβέβαιη. Θεωρώ λοιπόν απαραίτητο να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή οι συχνά υπεραπλουστευμένες ή υπεραισιόδοξες αναφορές περί «θεραπευτικής παρέμβασης» στον αυτισμό. Η ανάγκη για μεγαλύτερες, σωστά σχεδιασμένες και επιστημονικά αξιόπιστες μελέτες παραμένει ουσιώδης προτού μπορέσουμε να υποστηρίξουμε με ασφάλεια και επάρκεια τη χρήση της λευκοβορίνης στην καθημερινή παιδιατρική πράξη.

