Το έντονο και επίμονο κλάμα αποτελεί ένα από τα συχνότερα προβλήματα κατά τη βρεφική ηλικία. Το κλάμα ηχεί στα αυτιά των γονέων ως πιθανή ένδειξη νοσήματος ή ακόμα ως ένδειξη ανεπάρκειας στο γονεϊκό τους ρόλο. Οι βρεφικοί κολικοί αποτελούν καλοήθη και αυτό περιοριζόμενη κατάσταση που υποχωρεί σταδιακά μέσα στους πρώτους μήνες ζωής.
Τα βρέφη κλαίνε πολύ, ανεξαρτήτως κολικών, κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων μηνών της ζωής τους. Η μέση διάρκεια του ημερήσιου κλάματος κατά τη χρονική αυτή περίοδο κυμαίνεται σε 68-133 λεπτά. Αν βασιστούμε σε στατιστικά δεδομένα, θα πρέπει να ορίσουμε ως υπερβολικής διάρκειας κλάμα αυτό που υπερβαίνει 250´ ημερησίως (τουλάχιστον όσον αφορά στις πρώτες 6 εβδομάδες ζωής). Στην πραγματικότητα, το κατά πόσο το κλάμα είναι φυσιολογικό ή όχι εξαρτάται όμως από τη συμπεριφορά του βρέφους, τον τύπο του κλάματος αλλά και τις συνυπάρχουσες συνθήκες.
Δεν υπάρχει κοινώς αποδεκτός ορισμός για τους βρεφικούς κολικούς. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε αυτούς, για λόγους απλοποίησης, ως κλάμα χωρίς σαφή αιτιολογία, με διάρκεια ≥ 3 ώρες την ημέρα για ≥ 3 ημέρες την εβδομάδα σε κατά τα λοιπά υγιές βρέφος ηλικίας <3 μηνών.
Το ποσοστό βρεφών με κολικούς υπολογίζεται σε 8% και μέχρι και το 40% ανάλογα με τα διαγνωστικά κριτήρια. Οι κολικοί φαίνεται να εμφανίζονται συχνότερα σε προηγμένες οικονομικά χώρες. Η πιθανότητα εμφάνισης κολικών δεν εξαρτάται από το φύλο, το αν το βρέφος θηλάζει ή τρέφεται με formula, ή από τη σειρά γέννησής του. Μελέτες όμως έχουν συσχετίσει τους βρεφικούς κολικούς με την οικογενειακή κατάσταση και τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, τη συναισθηματική πίεση και την αίσθηση αυτοπεποίθησης των γονέων για την ικανότητά τους να ανταπεξέλθουν στο ρόλο τους.
Οι βρεφικοί κολικοί δεν έχουν γνωστή αιτιολογία. Πιθανές εξηγήσεις έχουν όμως προταθεί, χωρίς να υπάρχουν από τις μελέτες καταληκτικά συμπεράσματα.
Ενδεικτικά αναφέρουμε:
- Ακατάλληλες τεχνικές ταΐσματος, υποσιτισμός ή υπερφαγία, αεροφαγία.
- Δυσανεξία στο γάλα αγελάδας. Αριθμός βρεφών παρουσιάζουν βελτίωση των συμπτωμάτων με χρήση υποαλλεργικού γάλακτος ή υποαλλεργική δίαιτα μητέρας σε περίπτωση θηλασμού.
- Δυσανεξία στη λακτόζη.
- Ανωριμότητα του πεπτικού συστήματος.
- Εντερική υπερκινητικότητα.
- Μεταβολές της εντερικής χλωρίδας.
- Το κάπνισμα της μητέρας στη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και μετά τον τοκετό έχει σχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εκδήλωσης κολικών.
- Νευρολογική ανωριμότητα και ανωριμότητα της κινητικής λειτουργίας.
- Υπάρχει η θεωρία ότι σε μια υποκατηγορία βρεφών οι κολικοί σχετίζονται με ημικρανία. Είναι όμως αν σχετίζονται με αυξημένη πιθανότητα εκδήλωσης ημικρανίας στο μέλλον ή αν αποτελούν μια πρώιμη μορφή της.
- Υπερευαισθησία. Η αυξημένη έκθεση σε ερεθίσματα μπορεί να οδηγεί σε αύξηση της ανησυχίας του βρέφους.
- Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες. Οι κολικοί μπορούν να εκληφθούν ως ψυχοκοινωνικό φαινόμενο. Ξεκινώντας με το πως οι γονείς αντιλαμβάνονται το κλάμα και την έντασή του και το πώς ανταποκρίνονται σε αυτό.
- Παράγοντες που σχετίζονται με τους γονείς. Πλήθος παραγόντων φαίνεται να επηρεάζουν την εμφάνιση των κολικών. Ανάμεσα σε άλλα το οικογενειακό στρες, το άγχος της μητέρας και η μετάδοση της έντασης από τη μητέρα στο βρέφος έχουν υποστηριχθεί.
Η κλινική εικόνα των βρεφικών κολικών ποικίλει. Για να είναι εφικτός ο διαχωρισμός των κολικών από το «φυσιολογικό» κλάμα αξιολογούνται τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
- Παροξυσμοί. Το κλάμα των κολικών έχει κατά κανόνα παροξυσμικό χαρακτήρα, με απότομη έναρξη και ξεκάθαρη αρχή και τέλος των επεισοδίων. Συμβαίνει κατά κανόνα νυχτερινές ώρες.
- Ποιοτικές διάφορές. Το κλάμα των κολικών διαφέρει από το συνήθες κλάμα τους βρέφους. Παρουσιάζει υψηλότερη ένταση και συχνότητα. Αναφέρεται συχνά να ηχεί περισσότερο ως κραυγή παρά κλάμα.
- Υπερτονία. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων συχνά παρατηρείται έντονο κοκκίνισμα του προσώπου, περιστοματική ωχρότητα, σφίξιμο των μυών της περιοχής της κοιλιάς, τράβηγμα των ποδιών προς τον κορμό και τέντωμά τους, σφίξιμο των χεριών σε γροθιά, σφίξιμο των μπράτσων και τέντωμα της ράχης προς τα πίσω σε μορφή τόξου.
- Δυσχέρεια παρηγοριάς του βρέφους. Τα βρέφη με κολικούς, δύσκολα παρηγορούνται ανεξάρτητα από τις ενέργειες των γονέων ή φροντιστών τους. Συχνά παρατηρείται όμως ύφεση του κλάματος κατά την απελευθέρωση κοπράνων ή αερίων.
Η διάγνωση των κολικών βασίζεται στην αναζήτησή και αποκλεισμό άλλων, παθολογικών παραγόντων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά του βρέφους. Η διερεύνηση βασίζεται στο ιστορικό, την κλινική εξέταση και εφόσον υπάρχουν σχετικές ενδείξεις σε ενδεδειγμένο κατά περίπτωση παρακλινικό έλεγχο.
Η θεραπευτική προσέγγιση προσαρμόζεται κατά περίπτωση, με βάση τα ευρήματα από το ιστορικό, την κλινική εξέταση και τα χαρακτηριστικά της οικογένειας. Οι παρεμβάσεις έχουν ως στόχο τη μείωση του κλάματος και τη βελτίωση της αλληλεπίδρασης παιδιού-οικογένειας.
Η αρχική προσέγγιση στην αντιμετώπιση των κολικών αφορά σε προσπάθεια καθησυχασμού του βρέφους και μείωση της έκθεσής του σε ερεθίσματα. Υπενθυμίζουμε ότι οι κολικοί της βρεφικής ηλικίας αποτελούν καλοήθη, αυτοπεριοριζόμενη κατάσταση που δεν αποτελεί κίνδυνο για το βρέφος και αυτόματα υποχωρεί, κατά κανόνα μέχρι την ηλικία των 3 μηνών. Με αυτή τη σκέψη η απλή αναμονή αποτελεί αποδεκτό τρόπο αντιμετώπισής τους. Η αδυναμία των γονέων να ηρεμήσουν το βρέφος που κλαίει λόγω κολικών, με κανένα τρόπο δεν αποτελεί κριτήριο για τις ικανότητές τους ως γονείς ή τεκμήριο αποτυχίας τους.
Τεχνικές που μπορούν να δοκιμαστούν για την αντιμετώπιση των κολικών, αφορούν σε:
- Τεχνικές καθησυχασμού του βρέφους. Μπορεί να γίνει δοκιμή με εφαρμογή τους διαδοχικά ή και ταυτόχρονα.
- Η αγκαλιά και το λίκνισμα με ήπιες κινήσεις αποτελεί την ενστικτώδη πρώτη κίνηση υποστήριξης.
- Χρήση πιπίλας (σε θηλάζοντα βρέφη προτιμότερο είναι η δοκιμή μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας του ενός μήνα με στόχο τη μείωση πιθανότητας σύγχυσης θηλών).
- Μασάζ της κοιλιάς με κυκλικές κινήσεις, γύρω από τον ομφαλό.
- Το χλιαρό μπάνιο μπορεί να χαλαρώσει έναν αριθμό βρεφών.
- Βόλτα με καρότσι ή αυτοκίνητο. Η έξοδος από το σπίτι και η αλλαγή σκηνικού, συχνά χαλαρώνει και ηρεμεί το βρέφος.
- Φάσκιωμα. Αποτελεί παραδοσιακή τεχνική. (Συστήνεται προσοχή ώστε να αποφεύγεται η πίεση στην περιοχή των ισχίων).
- Χρήση λευκών ήχων ή ηχογραφημένων ήχων χτυπήματος καρδιάς. Χρειάζεται προσοχή ώστε η ένταση του ήχου να διατηρείται σε χαμηλά-ασφαλή επίπεδα.
- Τροποποιήσεις στην τεχνική σίτισης. Η εμπλοκή συμβούλου θηλασμού σε περιπτώσεις μητρικού θηλασμού, το τάισμα σε πιο όρθια θέση με τη θηλή του μπιμπερό γεμάτη πάντα με γάλα και συχνές διακοπές για ρέψιμο (σε χρήση μπιμπερό), συνεισφέρουν στη μείωση της κατάποσης αέρα.
- Η εναλλαγή των φροντιστών του βρέφους, και η εμπλοκή πρόσθετων ατόμων στην υποστήριξη (παππούδες, θείοι, babysitter), μπορεί να δώσει απαραίτητο χρόνο στους γονείς για να χαλαρώσουν και να τους διευκολύνει στη διαχείριση της κατάστασης.
Επιπλέον κατά περίπτωση και μετά σύσταση του υπεύθυνου παιδιάτρου είναι δυνατό να γίνει δοκιμή με:
- Χρήση υποαλλεργικού γάλακτος (για βρέφη που σιτίζονται με formula).
- Υποαλλεργική διατροφή μητέρας (για θηλάζοντα βρέφη).
- Θεραπεία με προβιοτικά (Lactobacillus reuteri).
- Χορήγηση λακτάσης (ένζυμο που διευκολύνει την αποδόμηση της λακτόζης).
- Χρήση σιμεθικόνης. Φαρμακευτική ουσία που διευκολύνει την απομάκρυνση αερίων από το έντερο.
Οι κολικοί δεν αποτελούν κίνδυνο υγείας και κυρίως έχουν ημερομηνία λήξης. Παρόλα αυτά αποτελούν αιτία στρες, κόπωσης, ενοχών και μείωσης αυτοπεποίθησης για τους νέους γονείς, υπονομεύοντας τη σχέση τους με το βρέφος αλλά και τη λειτουργία της οικογενείας και για τους λόγους αυτούς εστιάζουμε στη διαχείρισή τους.

